βουβωνοκήλη

Η περιοχή που βρίσκεται στο κατώτερο μέρος της κοιλιακής χώρας, στην άνω περιοχή των γεννητικών οργάνων, προσδιορίζεται ως βουβωνική χώρα. Στην περιοχή αυτή βρίσκεται και ο βουβωνικός πόρος, ένα σωλήνας που φτάνει στα 4εκ. στην ενήλικη ζωή, και αναπτύσσεται δεξιά και αριστερά της ηβικής σύμφυσης. Στον άνδρα, το βουβωνικό πόρο τον διαπερνά, μεταξύ άλλων ανατομικών στοιχείων, ο σπερματικός πόρος (το σημείο από όπου περνούν τα σπερματοζωάρια) ενώ στη γυναίκα διέρχεται ο στρογγυλός σύνδεσμος της μήτρας. Στα άρρενα έμβρυα, κατά τη διάρκεια του σχηματισμού των οργάνων, μέσα από το βουβωνικό πόρο περνούν οι όρχεις οι οποίοι καταλήγουν στο όσχεο, στο σάκο δηλαδή μέσα στον οποίο εγκαθίστανται.

Τι είναι η βουβωνοκήλη

Όταν αναφερόμαστε στη βουβωνοκήλη ουσιαστικά μιλάμε για το σχηματισμό ενός σάκου από τη μεμβράνη που καλύπτει το εσωτερικό της κοιλιάς (περιτόναιο), μέσα στον οποίο «περνά» το λίπος της κοιλιάς ή κάποιο ενδοκοιλιακό σπλάγχνο, όπως το λεπτό έντερο και σπανιότερα το παχύ έντερο ή η ουροδόχος κύστη. Στις γυναίκες, το ενδοικοιλιακό σπλάχνο ακολουθεί την πορεία του στρογγυλού συνδέσμου της μήτρας με πορεία προς το αιδοίο (λοξή βουβωνοκήλη). Η βουβωνοκήλη εμφανίζεται σε πολύ μεγαλύτερη συχνότητα στους άντρες (80%) συγκριτικά με τις γυναίκες (20%), ενώ εκτιμάται ότι περίπου το 27% των ανδρών και το 3% των γυναικών κάποια στιγμή της ζωής τους θα εμφανίσουν το πρόβλημα.

Είδη βουβωνοκήλης

Η βουβωνοκήλη διακρίνεται σε λοξή και ευθεία. Στην περίπτωση της λοξής βουβωνοκήλης διαπιστώνεται «πέρασμα» κάποιου σπλάχνου μέσα από το έσω στόμιο του βουβωνικού πόρου, ενώ στην ευθεία βουβωνοκήλη, το σπλάχνο δεν περνάει μέσα από το έσω βουβωνικό στόμιο αλλά προβάλει από το οπίσθιο τοίχωμα του βουβωνικού πόρου. Οι λοξές βουβωνοκήλες είναι οι συνηθέστερες και σε άντρες και σε γυναίκες, ενώ γενικότερα 3 στις 4 κήλες εντάσσονται στην κατηγορία της βουβωνοκήλης. Οι λοξές βουβωνοκήλες που αφορούν κυρίως άντρες σε νεαρή ηλικία αναπτύσσονται δεξιά και αριστερά από το βουβωνικό κανάλι και παρουσιάζουν συχνά την τάση για περίσφιξη, ενώ οι ευθείες βουβωνοκήλες, οι οποίες είναι εξαιρετικά σπάνιες στις γυναίκες, είναι συνήθως αμφοτερόπλευρες και παθαίνουν περίσφιξη σπανίως.

Βουβωνοκήλη: Αιτίες που εμφανίζεται

Η βουβωνοκήλη μπορεί να εμφανίζεται εκ γενετής (κληρονομικοί παράγοντες), μπορεί όμως και να δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια της ζωής, σε όλες τις ηλικίες, εξαιτίας εξωγενών παραγόντων, όπως:

Διαταραχές στην ανατομία της περιοχής. Ασθενές ή ευρύ έσω στόμιο βουβωνικού πόρου.

Διαταραχές της δομής της βουβωνικής χώρας, όπως σχηματισμός σάκου σε περίπτωση ανοικτού βουβωνικού πόρου.

Αύξηση της ενδοκοιλιακής πίεσης από παράγοντες όπως παχυσαρκία, χρόνια δυσκοιλιότητα, άρση μεγάλου βάρους, εγκυμοσύνη κ.α.

Διάγνωση

Το πιο τυπικό σύμπτωμα της βουβωνοκήλης είναι η τοπική διόγκωση στην περιοχή της βουβωνικής χώρας που κάποιες φορές συνοδεύεται με πόνο, έντονο ή ήπιο, ή με εντερικούς ήχους (οσχεοβουβωνοκήλη). Ο πόνος στη βουβωνοκήλη γίνεται πιο έντονος όσο αυξάνει η ενδοκοιλιακή πίεση (σωματική άσκηση, έντονος βήχας κ.α.), ή με τις κινήσεις του εντέρου. Ωστόσο υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η βουβωνοκήλη δεν εμφανίζει συμπτώματα, ούτε πόνο ούτε διόγκωση. Σε κάθε περίπτωση, η διάγνωσή της γίνεται από γιατρό, ο οποίος είτε τυχαία, είτε έπειτα από επαναλαμβανόμενα επεισόδια και ενοχλήσεις προχωρά στην κλινική εξέταση του ασθενούς, στην οποία θα διαπιστωθεί η ύπαρξη του προβλήματος.

Πιθανή επιπλοκή της βουβωνοκήλης

Η βουβωνοκήλη πολλές φορές είναι ανατάξιμη, δηλαδή το σπλαχνικό μέρος που έχει περάσει στο βουβωνικό πόρο επιστρέφει πίσω στην κοιλιά. Ωστόσο πολύ συχνά αυτό δε συμβαίνει, η βουβωνοκήλη δηλαδή είναι μη ανατάξιμη και τότε ελλοχεύει ο κίνδυνος να γίνει περίσφιξη της κήλης, όπου τα ενδοκοιλιακά όργανα «εγκλωβίζονται» και απειλούνται με μόνιμη βλάβη, η οποία με τη σειρά της απειλεί τη ζωή του πάσχοντα. Στην περίπτωση περισφιγμένης βουβωνοκήλης υπάρχει έντονος πόνος με κίνδυνο να προκληθεί ρήξη εντέρου, έξοδος του εντερικού περιεχομένου και πρόκληση περιτονίτιδας.

Θεραπεία – Αποκατάσταση της βουβωνοκήλης

Κύρια μέριμνα του χειρουργού που αναλαμβάνει την αποκατάσταση του προβλήματος της βουβωνοκήλης είναι να ανατάξει την κήλη, να απομακρύνει δηλαδή τον προβάλλοντα ιστό από το βουβωνικό πόρο ή το όσχεο (στους άντρες) και να τον επαναφέρει στην αρχική του θέση μέσα στα όρια της περιτοναϊκής κοιλότητας, καθώς επίσης και να αποκαταστήσει τη βλάβη του κοιλιακού τοιχώματος, να κλείσει δηλαδή το άνοιγμα που έχει δημιουργηθεί ώστε να μην εμφανιστεί ξανά το πρόβλημα.

Για τους σκοπούς αυτούς εφαρμόζονται διάφορες χειρουργικές μέθοδοι για τη θεραπεία της βουβωνοκήλης, οι οποίες επιδιώκουν να αποκαταστήσουν το πρόβλημα επί μακρόν απομακρύνοντας το ενδεχόμενο μελλοντικής υποτροπής, με τη λιγότερη δυνατή επιβάρυνση και φυσικά τη μικρότερη πιθανότητα μετεγχειρητικών επιπλοκών. Η επιλογή της χειρουργικής μεθόδου που θα ακολουθηθεί εξαρτάται από την εκπαίδευση και την εμπειρία του κάθε γιατρού σε μία από τις διαθέσιμες χειρουργικές μεθόδους.

Κλασική – ανοικτή επέμβαση με ή χωρίς πλέγμα

Η επέμβαση διενεργείται με γενική αναισθησία ή επισκληρίδιο. Τα είδη των χειρουργικών επεμβάσεων για την αποκατάσταση της βουβωνοκήλης διαχωρίζονται σε:

Ανοικτή επέμβαση με ενίσχυση των κοιλιακών τοιχωμάτων υπό τάση, χωρίς πλέγμα, αλλά με διάφορες τεχνικές συρραφής, με τη χρήση των ίδιων των ιστών του ασθενούς.

Με ενίσχυση των κοιλιακών τοιχωμάτων χωρίς τάση, με ειδικό πλέγμα, το οποίο τοποθετείται ανάμεσα στα μυϊκά στρώματα του κοιλιακού τοιχώματος και μέσα στο βουβωνικό πόρο.

Η κλασική, ανοικτή επέμβαση είναι εξαιρετικά διαδεδομένη και εφαρμόζεται επί σειρά δεκαετιών.

Ελάχιστα επεμβατική, ενδοσκοπική, λαπαροσκοπική επέμβαση

Η Λαπαροσκοπική επέμβαση της βουβωνοκήλης διενεργείται με γενική αναισθησία με τη διάνοιξη μικρών τομών στο δέρμα και με τη χρήση ειδικής κάμερας. Η αποκατάσταση του προβλήματος γίνεται είτε με ολική εξωπεριτοναϊκή αποκατάσταση, χωρίς δηλαδή πρόσβαση στην περιτοναϊκή κοιλότητα, με ειδική ενδοσκοπική τεχνική (TEP) μέσα από τα μυϊκά στρώματα του κοιλιακού τοιχώματος, είτε, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, με διακοιλιακή αποκατάσταση, με πρόσβαση δηλαδή στην περιτοναϊκή κοιλότητα με λαπαροσκοπική τεχνική (TAPP).

Και στις δύο τεχνικές το πλέγμα που συγκρατεί την περιοχή τοποθετείται στον προπεριτοναϊκό χώρο, στο βαθύτερο δηλαδή στρώμα του κοιλιακού τοιχώματος και διενεργείται από ειδικά εκπαιδευμένους – καταρτισμένους χειρουργούς, ολοένα και περισσότερο τα τελευταία χρόνια.