Μελάνωμα

Πρόκειται για την πιο επικίνδυνη μορφή καρκίνου του δέρματος, η οποία απειλεί κυρίως ανθρώπους με ανοιχτόχρωμο δέρμα που έχουν εκτεθεί επανειλημμένα και παρατεταμένα στην ηλιακή ακτινοβολία και έχουν υποστεί εγκαύματα στην παιδική ηλικία. Το μελάνωμα παρουσιάζει αυξητική τάση κρουσμάτων παγκοσμίως και στη χώρα μας και αποτελεί την 6η αιτία θανάτου από καρκίνο στους άνδρες και την 7η αιτία στις γυναίκες. Αν και απειλητικό για τη ζωή, το μελάνωμα εάν διαγνωστεί και αντιμετωπισθεί εγκαίρως είναι σχεδόν πάντα ιάσιμο.

Τι είναι

Το μελάνωμα αναπτύσσεται από τα κύτταρα του δέρματος που παράγουν τη χρωστική ουσία του δέρματος, γνωστή ως μελανίνη. Αυτή είναι και η ουσία που προκαλεί το «μαύρισμα» του δέρματος μετά την έκθεση στον ήλιο και με τον τρόπο αυτό το προστατεύει από τις βλαβερές συνέπειες της ηλιακής ακτινοβολίας. Η μελανίνη παράγεται από κύτταρα του δέρματος, γνωστά ως μελανοκύτταρα. Οι κοινώς ονομαζόμενες «ελιές» είναι καλοήθεις αλλοιώσεις που δημιουργούνται από μία ομάδα μελανοκυττάρων μαζί με τον ιστό που τα περιβάλει. Ενώ λοιπόν οι ελιές αποτελούν καλοήθεις αλλοιώσεις, το μελάνωμα είναι κακοήθης όγκος που δημιουργείται από μελανοκύτταρα της επιδερμίδας που εξαλλάσσονται. Τα καρκινικά κύτταρα που δημιουργούνται αναπτύσσονται επιφανειακά, ενώ με την πάροδο του χρόνου, που ποικίλει από λίγους μήνες έως και κάποια χρόνια, εισχωρούν βαθύτερα, αναπτύσσονται κάθετα στα βαθύτερα στρώματα του δέρματος, παρουσιάζοντας τη δυνατότητα μετάστασης, μετάδοσής τους δηλαδή στους λεμφαδένες και στα εσωτερικά όργανα.

Τι το προκαλεί

Οι αιτίες που προκαλούν το μελάνωμα είναι τόσο ενδογενείς όσο και περιβαλλοντικές, με τις κυριότερες από αυτές να είναι:

Η παρατεταμένη έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία (UV) και η χρήση τεχνικών μέσων μαυρίσματος (solarium).

Σοβαρά ηλιακά εγκαύματα σε παιδική ηλικία.

Οικογενειακό ιστορικό μελανώματος σε δύο ή περισσότερα μέλη μίας ευρύτερης οικογένειας.

Ύπαρξη πολλών δυσπλαστικών σπίλων και οικογενειακό ιστορικό δυσπλαστικών σπίλων και μελανώματος.

Μεγάλος αριθμός κοινών σπίλων (άνω των 50).

Άνθρωποι με ανοιχτόχρωμο δέρμα που καίγεται εύκολα στον ήλιο, δέρμα με φακίδες, κόκκινα ή ξανθά μαλλιά και ανοιχτόχρωμα μάτια (μπλε, γκρι, πράσινα).

Εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα εξαιτίας υποκείμενης ασθένειας – λοίμωξης ή μεταμόσχευσης οργάνου.

Συμπτώματα

Το μελάνωμα κάνει ορατή την ανάπτυξή του διαταράσσοντας αισθητά το μέγεθος, το χρώμα, τη μορφή και την αίσθηση μίας υπάρχουσας ελιάς. Ανησυχητικό σύμπτωμα αποτελεί η φαγούρα αλλά και η έκκριση υγρού ή η αιμορραγία από την ελιά.

Είναι σημαντικό να θυμάστε τα A Β C D E του μελανώματος που είναι:

Asymmetry: Ασυμμετρία στο σχήμα της βλάβης.

Border: Όρια της βλάβης ασαφή και ανώμαλα.

Color: Χρώμα ανομοιόμορφο.

Diameter: Αλλαγή στο μέγεθος της βλάβης, η οποία όσο μεγαλώνει τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος εξαλλαγής.

Evolution: Αλλαγή μεγέθους, σχήματος, χρώματος ή/και αιμορραγία, κνησμός θα πρέπει να μας κατευθύνουν στον ιατρό.

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε τις ελιές μας και να μπορούμε να αντιλαμβανόμαστε κάθε αλλαγή, ώστε να μπορούμε να κινητοποιηθούμε ζητώντας βοήθεια από ειδικό. Τα περισσότερα μελανώματα ή περιπτώσεις καρκινικής βλάβης έχουν βρεθεί από τους ασθενείς, πριν την επίσκεψη σε γιατρό. Οι άνθρωποι με πολλές ελιές θα πρέπει να κάνουν ετήσια ψηφιακή χαρτογράφηση σπίλων (η οποία διενεργείται από Δερματολόγο) αποτυπώνοντας την εικόνα κάθε ελιάς ψηφιακά, ώστε να παρακολουθείται η εξέλιξή της σε βάθος χρόνου.

Θεραπεία

Σε περίπτωση υποψίας για καρκινική βλάβη, ο χειρουργός αφαιρεί χειρουργικά όλη την περιοχή, με καθαρά όρια, και στη συνέχεια στέλνει το υλικό που αφαιρέθηκε για βιοψία και μικροσκοπική εξέταση (ιστολογική εξέταση). Η εξέταση του υλικού από παθολογοανατόμο καθορίζει εάν η βλάβη είναι καλοήθης ή κακοήθης. Στην περίπτωση που πρόκειται για μελάνωμα, η ιστολογική εξέταση δίνει ακόμη περισσότερες πληροφορίες για το βάθος και την έκταση της βλάβης. Σε αρκετές περιπτώσεις θα χρειαστεί να πραγματοποιηθεί ευρύτερη εκτομή από τον χειρουργό, έλεγχος φρουρού λεμφαδένα και εάν αυτός είναι θετικός θα πρέπει να γίνει και λεμφαδενικός καθαρισμός. Στη συνέχεια, ο ασθενής παραπέμπεται σε εξειδικευμένο ογκολόγο για να χαράξει τη θεραπευτική γραμμή, που μπορεί να περιλαμβάνει χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία ή/και ανοσοθεραπεία.